ΜΟΥΣΕΙΟ ΧΑΡΑΚΤΙΚΗΣ ΧΑΜΠΗ

Contact | info@printmaking.cy

ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Εισαγωγή στη Χαρακτική

Η πρώτη γνωστή μήτρα ξυλογραφίας από την Ευρώπη βρέθηκε στο Macon της Γαλλίας, χρονολογείται από το 1370 (η πλευρά με τον άγγελο πιο πιθανό από το 1450 περίπου). Πρόκειται για ένα ξύλο καρυδιάς, χαραγμένο στις δύο πλευρές από ανώνυμο χαράκτη. Μέρος μιας μεγαλύτερης πλάκας, παρουσιάζει στη μια πλευρά τον Εκατόνταρχο Λογγίνο δίπλα από το σταυρό και στην άλλη έναν άγγελο, πιθανό τον Άγγελο του Ευαγγελισμού.
Aπό τον 15ον αιώνα, πανευρωπαϊκά, η χαρακτική προσφέρει φτηνές χαραγμένες εικόνες, μαυρόασπρες ξυλογραφίες πρώτα, χαλκογραφίες επίσης από το 18ον αιώνα, μονόχρωμες ή επιχρωματισμένες, πριν τον θρίαμβο της επιχρωματισμένης λιθογραφίας στο δεύτερο μέρος του 19ου αιώνα. Εικόνες με αγίους και θρησκευτικές σκηνές, συνοδευμένες από προσευχές για τους προσκυνητές και τους φτωχούς, εικόνες με ηθικό και ιστορικό περιεχόμενο ως εργαλείο προπαγάνδας του πολιτικού καθεστώτος, με μυθικούς ήρωες του τόπου και της λαϊκής λογοτεχνίας, σάτιρες της κοινωνίας, διδακτικές αλλά και διασκεδαστικές εικόνες με όψεις απόμακρων χωρών, εικόνες της καθημερινής ζωής του απλού λαού.

Η ξυλογραφία αναπτύχθηκε στον 15ο αιώνα, και ραγδαία στον 16ο αιώνα, παράλληλα με την τυπογραφία, και είχε ως πρώτο ρόλο την εικονογράφηση των βιβλίων, καθώς και τη δημιουργία τραπουλόχαρτων. Από την αρχή παρίστανε διάφορα θέματα, συχνά θρησκευτικά. Αγκαλιάζουν τη ξυλογραφία και μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως ο διάσημος Γερμανός Albrecht Dürer, οι οποίοι δημιουργούν πολύτιμα ανεξάρτητα έργα χαρακτικής, καθώς και σειρές.

Τα θέματα των ανεξάρτητων χαρακτικών, των σειρών και των εικονογραφημένων βιβλίων εξελίσσονται: αν και πολλά (το 40%) παραμένουν θρησκευτικά στις αρχές του 16ου αιώνα, εκδίδονται πολλά έργα γραμματικών, ιστορικών, φιλοσόφων, λογοτεχνών από την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα. Με την πρόοδο των τεχνικών της χαρακτικής, αναπτύσσεται η έκδοση βιβλίων για την ιατρική (ανατομία με ξυλογραφίες στο βιβλίο De Humani Corporis Fabrica του Andreas Vesalius), τη χειρουργική (εικονογραφημένα με ξυλογραφίες βιβλία του Ambroise Paré) και τις φυσικές επιστήμες, ιδιαίτερα, τη βοτανική.

Η χαλκογραφία κάνει όλο και μεγαλύτερη εμφάνιση σε όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα, με γνωστό ως πρώτο χαλκογράφο τον Marcantonio Raimondi, προσφέροντας πιο λεπτή και ακριβή εικόνα, ιδιαίτερα για εικόνες που απαιτούν την ακρίβεια και τις λεπτομέρειες, όπως η χαρτογραφία και οι επιστημονικές εικόνες.

Η τέχνη στην Αναγέννηση συνδυάζει την επιστροφή στην αρχαιότητα με τις καινοτομίες στις τεχνικές. Οι χαράκτες βρίσκουν αστείρευτη πηγή στους αρχαίους μύθους, στην ελληνική και ρωμαϊκή λογοτεχνία, αλλά και στα αρχαία μνημεία. Και η πρόοδος στις μεθόδους της χαλκογραφίας, τους επιτρέπει να δημιουργήσουν αριστουργήματα, που αντιγράφουν τόσο σχέδια όσο και σύγχρονα ζωγραφικά έργα. Αν και η θρησκευτική έμπνευση, με παραδοσιακά θέματα, παραμένει κυρίαρχη στη χαρακτική, μια νέα τάση εμφανίζεται, η οποία δεν έλειπε από λίγες εικονογραφήσεις του προηγούμενου αιώνα: πολλαπλασιάζονται στον 16ον αιώνα τα χαρακτικά που συγκροτούν εικόνες με διάφορες σκηνές.

Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, ο ρόλος του χαρακτικού εξαπλώνεται. Η τέχνη της χαρακτικής είναι το μέσο έκφρασης που επιλέγουν κατ’ αποκλειστικότητα ή μερικώς μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως ο Rembrandt, ο οποίος χαράσσει περίπου 300 πλάκες.Τα περισσότερα όμως χαρακτικά αντιγράφουν σχέδια ή ζωγραφικά έργα, και διακοσμούν τα βιβλία καθώς και τα σπίτια. Έργα με διακοσμητικά σχέδια, ενδυμασίες των αυλικών, κυκλοφορούν σε όλη την Ευρώπη. Οι βασιλιάδες χρησιμοποιούν την τέχνη της χαρακτικής για να διαφημίσουν τα μεγαλειώδη παλάτια και τα πολεμικά και ειρηνικά έργα τους. Η Εκκλησία απευθύνεται με έντεχνα και λαϊκά χαρακτικά σε όλες τις τάξεις της κοινωνίας. Γενικά επιτρέπει τη διάδοση των ιδεών και των επιστημών. Ενώ η τεχνική της ξυλογραφίας μένει σχεδόν σταθερή και περιορίζεται στην εικονογράφηση φτηνών βιβλίων, πολλοί χαράκτες βελτιώνουν και διαφοροποιούν την τεχνική της χαλκογραφίας και συνδυάζουν τις μεθόδους της, ενώ η νέα μέθοδος της ξεστής χαλκογραφίας ευνοεί την απόδοση των τόνων.

Τα επιβλητικά κτίρια, οι πόλεμοι των βασιλιάδων της εποχής με πολιορκημένες πόλεις και μάχες διεγείρουν το ενδιαφέρον διάσημων χαρακτών όλης της Ευρώπης, οι οποίοι χαράσσουν χαλκογραφίες, ανεξάρτητες ή μέσα σε σειρές, με κτήρια, πόλεις και στρατιωτικές σκηνές, διαδίδοντας το μεγαλείο των δυνατών της εποχής τους. Άλλοι ανταποκρίνονται στην επιθυμία των λαών να μάθουν για τη γεωγραφία και τις ξένες χώρες. Η χαρακτική εξυπηρετεί την έκδοση εικονογραφημένων βιβλίων με αυτή τη θεματογραφία. Η χαρακτική που αντιγράφει άλλα έργα τέχνης κυριαρχεί στον 17ον αιώνα. Οι πιο διάσημοι δημιουργοί αντιγράφονται αμέτρητες φορές μέσα σε χαρακτικά άνισης ποιότητας. Αν μερικά αποτελούν φτωχική εκδοχή του πρωτότυπου έργου, συχνά αντίστροφα, άλλα φαίνονται αριστουργήματα, και καταφέρνουν να αποδώσουν τόσο τις λεπτομέρειες όσο και τους τόνους του έργου. Το ονομαζόμενο Τοπίο με λαουτάρηαποτελεί, εκτός από την καλλιτεχνική και τεχνική του ποιότητα, ένα καλό παράδειγμα της χαρακτικής αναπαραγωγής. Το αρχικό σχέδιο παραμένει εντελώς άγνωστο, αν και στο χαρακτικό γράφει ότι πρόκειται για έργο του Τιτσιάνο. Τα έργα, τόσο οι δημιουργίες του χαράκτη του ίδιου, όσο και αυτά που αντιγράφουν ζωγραφικά, ακολουθούν τα ίδια καλλιτεχνικά ρεύματα με αυτά που κυριαρχούν στη ζωγραφική. Οι σκηνές της Βίβλου του Ραφαήλ ανήκουν στην Ύστερη Αναγέννηση, η Θεοτόκος με το Βρέφος του Antonio Balestra συνδυάζει το ρεύμα του ροκοκό, που κυριαρχεί στην Ιταλία την εποχή του με μια προσωπική τάση προς τον κλασικισμό

Στον 18ον αιώνα, χρυσό αιώνα της χαρακτικής στην Ευρώπη, κυριαρχεί η χαλκογραφία, της οποίας οι μέθοδοι όλο και τελειοποιούνται, με την έγχρωμη χαρακτική, την εμφάνιση της χαλκογραφίας μίμησης κραγιονιού, της ακουατίντας. Η άφθονη ποικιλία των θεμάτων, τα οποία αντικαθρεφτίζουν τις ανάγκες όλων των στρωμάτων της κοινωνίας και τις αναζητήσεις των καλλιτεχνών και η ευρεία διάδοση των χαρακτικών χαρακτηρίζει την παραγωγή της χαρακτικής. Μακριά από μια στάση περιφρόνησης, οι ζωγράφοι οι ίδιοι χαράσσουν και εικονογραφούν τα μεγάλα λογοτεχνικά κείμενα. Εμφανίζεται το επάγγελμα του εικονογράφου, ο οποίος ειδικεύεται στην καλλιτεχνική ή επιστημονική εικονογράφηση.

Οι μεγάλοι συλλέκτες τέχνης πληρώνουν τους πιο σπουδαίους χαράκτες για να αντιγράψουν τη συλλογή τους μέσα σε εντυπωσιακά λευκώματα, ενώ κάθε χρόνο παρουσιάζονται και πωλούνται μεγάλες χαρακτικές αναπαραγωγές των ζωγραφικών έργων που δημιουργούνται.

Αμέτρητες χαλκογραφίες για την αρχαιότητα και τους μύθους της δίνουν την ευκαιρία σε ένα μεγαλύτερο φάσμα ανθρώπων να ταξιδέψουν στον χρόνο, αλλά και τον χώρο, εικονογραφώντας πλούσιες εκδόσεις περιηγητών-σχεδιαστών, πασίγνωστα κείμενα της λογοτεχνίας. Περισσότερο από ποτέ, η μυθολογία είναι επίσης μια πηγή για τους καλλιτέχνες για ανάδειξη της δεξιοτεχνίας και των αισθητικών τους επιλογών. Χαλκογραφίες μεγάλων διαστάσεων, οι οποίες αντιγράφουν ζωγραφιές από διάφορες καλλιτεχνικές σχολές της Ευρώπης, φιλοτεχνούνται από διάσημους χαράκτες, των οποίων ξεχωρίζει η τεχνική – ακρίβεια του σχεδίου, απόδοση των τόνων, των πλάνων και των εκφράσεων των προσώπων. Οι ρωπογραφίες (αναπαράσταση σκηνών της καθημερινότητας) είναι στη μόδα, επηρεασμένες από την παράδοση της φλαμανδικής σχολής.

Μερικοί ζωγράφοι-χαράκτες, επιθυμώντας να δώσουν στις χαλκογραφίες τα χρώματα της ζωγραφικής τους, εφευρίσκουν νέες τεχνικές και χρησιμοποιούν δύο ή περισσότερες πλάκες. Γενικά, τα χαρακτικά των δημιουργών αποκτούν, με την τελειοποίηση των τεχνικών, μια εξαιρετική ποιότητα και οι καλλιτέχνες καταφέρνουν να εκφραστούν με μια πολύ προσωπική γλώσσα.

Το πάθος της Δυτικής Ευρώπης για τον εξωτισμό, ιδιαίτερα την Κίνα, αναπτύσσεται στο 18ο αιώνα: χαλκογραφίες οι οποίες εικονογραφούν βιβλία και ανεξάρτητες οξυγραφίες “προοπτικές όψεις”, οι οποίες μέσω μιας οπτικής συσκευής (zograscope) προσφέρουν την ψευδαίσθηση μιας τρισδιάστατης παράστασης μνημείων, παλατιών, κήπων, λιμανιών κά. Ο Francisco de Goya, χρησιμοποιώντας κυρίως την οξυγραφία σε φόντο ακουατίντας, εξυψώνει τη χαρακτική ως καλλιτεχνική γλώσσα.

Ο 19ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί ως αιώνας της εικόνας. Η τελειοποίηση δύο νέων τεχνικών που εμφανίστηκαν στο τέλος του 18ου αιώνα – λιθογραφίας και ξυλογραφίας σε όρθιο ξύλο – συμβάλλει να αυξηθεί ο αριθμός και των τυπωμένων εικόνων και των αντιτύπων που διαδίδονται. Χάρη στις νέες τεχνικές, διευρύνεται το κοινό και η χαρακτική τραβάει όλο και περισσότερο τους καλλιτέχνες για τους οποίους αποτελεί πλήρως ένα μέσο έκφρασης. Η χαρακτική δημιουργίας – όπως φαίνεται στην πλειοψηφία των έργων – αγκαλιάζει πρώτα τη λιθογραφία, η οποία σφραγίζει και τον θρίαμβο του ρομαντισμού, ύστερα, μετά το 1860, την οξυγραφία, η οποία επιτρέπει μια ελεύθερη μαυρόασπρη γραφή, ενώ βλέπουμε στις τελευταίες δεκαετίες το χρώμα να νικά σταδιακά το μαύρο. Στο τέλος του αιώνα, οι χαράκτες-δημιουργοί αρχίζουν να υπογράφουν και να αριθμούν τα χαρακτικά τους. Παράλληλα, οι επιστημονικές ανακαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη. Με τη φωτογραφία και τις διαδοχικές μεθόδους που εφευρίσκονται, η φωτοχαρακτική σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής στην ιστορία των εικονογραφημένων βιβλίων, και τα μεγάλα εργαστήρια χαρακτικής τα οποία αναπαράγουν ζωγραφικά έργα εγκαταλείπουν σταδιακά το καλέμι και την απλή γραμμική οξυγραφία για να τελειοποιήσουν διάφορες βιομηχανικές τεχνικές, με τις οποίες παράγονται μήτρες μεγάλης ακρίβειας, για υψιτυπία και βαθυτυπία. ‘Ομως τα χαρακτικά δεν είναι πια εντελώς το αποτέλεσμα της δουλειάς του χαράκτη. Γρήγορα ο κόσμος της έκδοσης περνάει από τη χαρακτική αναπαραγωγής στην αναπαραγωγή χωρίς χαρακτική. Ο μύθος του Ναπολέοντα, στη Γαλλία πρώτα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, συναρπάζει τους καλλιτέχνες του ρομαντισμού, και εμφανίζεται στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και στη χαρακτική – ως κυρίαρχο τότε μέσο διάδοσης της εικόνας – η οποία προσφέρει σε όλες τις τάξεις της κοινωνίας σκηνές του σύγχρονου έπους. Η λαϊκή χαρακτική το αγκαλιάζει και το εντάσσει στη θεματογραφία της.

Η εφεύρεση το 1796 του Aloys Senefelder , η λιθογραφία, φέρνει επανάσταση στη χαρακτική. Οι λιθογράφοι δεν παύουν να την τελειοποιούν σε όλη τη διάρκεια του αιώνα, από μονόχρωμες εκτυπώσεις (που μπορούσαν να γίνουν επιχρωματισμένες) μέχρι και έγχρωμες, σε πέτρα και γρήγορα σε τσίγκο, και με φωτογραφική μεταφορά της παράστασης. Επικρατεί η λιθογραφία ως μέσο έκφρασης των ζωγράφων διότι προσφέρει εύκολες τονικές μεταβάσεις, πλούσιο φάσμα χρωμάτων, και δεν απαιτεί τη δύσκολη τεχνική του ξυλογράφου ή του χαλκογράφου. Οικονομικά, συμφέρει διότι επιτρέπει μεγάλο αριθμό αντιτύπων. Σκιτσογράφοι και γελοιογράφοι την υιοθέτουν στον τύπο ή σε λευκώματα, διάσημοι καλλιτέχνες σχεδιάζουν αφίσες στην πέτρα ή στον τσίγκο. Επιδέξιοι λιθογράφοι αντιγράφουν με εξαιρετική ζωντάνια ζωγραφιές παλιές, αλλά και σύγχρονες τους.

Την ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο, ο πρώτος ο οποίος τη χρησιμοποιεί συστηματικά είναι ο Άγγλος χαράκτης Thomas Bewick, στο βιβλίο του A General History of Quadrupeds, που κυκλοφορεί το 1790. Με αυτή την τεχνική ξαναζωντανεύει η ξυλογραφία για την εικονογράφηση των βιβλίων. Συνδυάζει την ευκολία του τυπώματος με το κείμενο, την μεγάλη αντοχή της πλάκας που αντέχει πολλά τυπώματα και τη λεπτομερειακή απόδοση της εικόνας, παρόμοια με τη χάραξη σε χαλκό με το καλέμι. Γεννημένη στην Αγγλία, η τεχνική διαδίδεται σε όλη την Ευρώπη, οι πλάκες κυκλοφορούν παντού, θαυμάσιες εικόνες εικονογραφούν και τον τύπο και λογοτεχνικά καθώς και επιστημονικά βιβλία. Μέχρι και τον 20ο αιώνα υπάρχουν χαράκτες που επιλέγουν το όρθιο ξύλο, λόγω της ποιότητας της απόδοσης των λεπτομερειών, παρά το γεγονός ότι η τεχνική είναι εξαιρετικά απαιτητική. Μετά το 1840, οι αδελφοί George και Edward Dalziel, κορυφαίοι χαράκτες και εκδότες του 19ου αιώνα στην Αγγλία, συνεργάζονται με όλους τους διάσημους σχεδιαστές του τόπου τους για την εικονογράφηση βιβλίων με ξυλογραφίες σε όρθιο ξύλο. Οι έντεχνες τους ξυλογραφίες διακοσμούν μεταξύ άλλων τα θεατρικά έργα του Shakespeare, Alice’s Adventures in Wonderland and Arabian Nights’ Entertainments. Στο τέλος του 19ου αιώνα ο Gauguin χαράσσει το ξύλο για δύο θαυμάσεις σειρές, τη σειρά Noa Noa και τη λεγόμενη Vollard σειρά, παράλληλα με ζωγραφιές με τα ίδια θέματα.

Ο 20ος αιώνας και η αρχή του 21ου, για τη χαρακτική, χαρακτηρίζονται από τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, με μια όλο πιο δύσκολη απάντηση στην ερώτηση: Τί είναι ένα χαρακτικό σήμερα; Έντυπες εικόνες βρίσκονται παντού στη διάθεση του κοινού, αφού αναπτύχθηκε η όφσετ. Και ακούγεται για “καλλιτεχνικό όφσετ”. Οι καλλιτέχνες κατάλαβαν επίσης πριν από χρόνια ότι με την παραδοσιακή λιθογραφία – σε τσίγκο και τυπωμένη στο πιεστήριο της όφσετ – και τη νέα τεχνική της μεταξοτυπίας, μπορούν να πολλαπλασιάσουν εύκολα, χωρίς την παραμικρή επέμβασή τους, χάρη στη φωτομεταφορά των έργων τους, τα έργα τους που αρέσουν στο κοινό. Μερικοί τα υπογράφουν, τα αριθμούν. Αλλά πρόκειται για αυθεντικά χαρακτικά; Με την εμφάνιση των ψηφιακών εικόνων, η δυσκολία αυξάνεται.

Πολύ πιο θετικός φαίνεται ο έντονος προβληματισμός και ο πειραματισμός των χαρακτών, οι οποίοι συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τις σήμερα παραδοσιακές τεχνικές, αλλά δημιουργούν και με νέες τεχνικές. Δημιουργούν με αυτές τις νέες τεχνικές – αυθεντική μεταξοτυπία και ψηφιακή τέχνη – και συνδυάζουν διάφορες τεχνικές και μεθόδους για να φιλοτεχνήσουν ένα χαρακτικό. Παράλληλα, πολλοί από τους πιο διάσημους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα χαράσσουν, και τα έργα τους, υπογραμμένα και αριθμημένα, γίνονται ζηλευτά αντικείμενα για πλούσιους συλλέκτες. Ο κοινωνικός ρόλος της χαρακτικής τείνει να εξαφανιστεί.

Αφίσες – αυθεντικά χαρακτικά, συνήθως λιθογραφίες και μεταξοτυπίες, συνεχίζουν να διαδραματίζουν αυτό τον ρόλο, από τις λιθογραφημένες αφίσες του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι και σημερινές, αυθεντικές δημιουργίες νέων καλλιτεχνών. Πριν να τις δώσουν για να μπουν για εικονογράφηση βιβλίων, στη μορφή των κλισέ, και μεταγενέστερα των τσίγκων όφσετ, εικονογράφοι-χαράκτες φιλοτεχνούν ξυλογραφίες (σε πλάγιο ή όρθιο ξύλο), λινογραφίες, χαλκογραφίες, λιθογραφίες, οι οποίες γίνονται περιζήτητες σειρές.

Η ξυλογραφία δεν αποτελεί πια ένα προνομιούχο μέσο έκφρασης για τους χαράκτες, λόγω της απαιτητικής της τεχνικής και της χρονοβόρας και δύσκολης διαδικασίας για την απόδοση του πολύχρωμου σχεδίου, με διάφορες πλάκες και σύμπτωση στην εκτύπωση. Όμως την αγκαλιάζουν μέχρι και σήμερα σημαντικοί χαράκτες. Με τη δυνατή απόδοση των αντιθέσεων και την καθαρότητα των γραμμών, η ξυλογραφία είναι ένα από τα προτιμητέα μέσα έκφρασης των εξπρεσιονιστών.

Παρόμοια στην τεχνική της με την ξυλογραφία, τόσο σε πλάγιο όσο και σε όρθιο ξύλο, η λινογραφία θεωρήθηκε ως “η ξυλογραφία του φτωχού” ή “η χαρακτική του μαθητή, του ερασιτέχνη”. Εμφανίζεται στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και γίνεται η κατ’ εξοχήν τεχνική των χαρακτών στρατευμένων στην υπηρεσία του λαού. Η χαλκογραφία παραμένει στον 20ον αιώνα, μαζί με τη λιθογραφία, η τεχνική που αγκαλιάζουν οι περισσότεροι δημιουργοί-χαράκτες. Αν οι σκληρές γραμμές του καλεμιού δεν τραβούν πολύ τους καλλιτέχνες, η βελονογραφία, με τις βελούδινες γραμμές, και οι μέθοδοι της οξυγραφίας, γραμμική, τονική, με μαλακό βερνίκι, τα διάφορα είδη ακουατίντας, η βαθυτυπία χωρίς μελάνι (ανάγλυφο), είναι μερικές τεχνικές που γοητεύουν τους χαράκτες, καθώς και οι αμέτρητοι συνδυασμοί των μεθόδων για τη δημιουργία ενός έργου και η εύκολη εκτύπωση μιας πλάκας με διάφορα χρώματα.

Μέχρι και σήμερα, κορυφαίοι ζωγράφοι, γλύπτες, υιοθετούν τη χαρακτική, στην οποία βρίσκουν άλλες καλλιτεχνικές προσεγγίσεις της θεματολογίας τους, άλλη γλώσσα. Αν τα χαρακτικά τους διαφέρουν από τα έργα για τα οποία είναι πιο διάσημοι, η ίδια είναι η τεχνοτροπία, η αυθεντική τους έκφραση. James Ensor και René Magritte στο Βέλγιο, ο κοσμοπολίτης Vassily Kandinsky, Edvard Munch, Frans Masereel, Salvador Dali, Amedeo Modigliani, Marc Chagall, Pablo Picasso όλοι, κάποια στιγμή, στρέφονται προς τη χαρακτική. Pablo Picasso, μετά από λίγες ξυλογραφίες και ζωντανές “ευλύγιστες” ακουατίντες για την Tauromaquia ανακαλύπτει το 1954 τη γλώσσα της λινογραφίας, μονόχρωμης ή έγχρωμης, για δυνατά και εκφραστικά χαρακτικά με μεγάλες πλακάτες επιφάνειες και απλοποιημένες γραμμές.

Ο κατάλογος των ζωγράφων-χαρακτών δεν μπορεί να μην πειρέχει τον Henri Matisse, ο οποίος χαράσσει σχεδόν 800 χαρακτικά σε όλη τη ζωή του: λίγες ξυλογραφίες, λινογραφίες, μονοτυπίες, χαλκογραφίες (μελάνι και ζάχαρη), και προπάντων βελονογραφίες και οξυγραφίες, καθώς και λιθογραφίες. Σε όλη την Ευρώπη γεννιούνται χαρακτικά, με τις παραδοσιακές και νέες τεχνικές. Σταδιακά, οι δημιουργοί τους, οι οποίοι συχνά είναι και ζωγράφοι, εγκαταλείπουν τα καλλιτεχνικά κινήματα για μια εντελώς προσωπική έκφραση, τόσο παραστατική όσο και αφηρημένη.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ

Η χαρακτική στην Ελλάδα και την Κύπρο έχουν στενές σχέσεις, αν και έχει πιο παλιές ρίζες η ελληνική χαρακτική από την κυπριακή. Η ανώνυμη λιθογραφία που απεικονίζει τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό το μαρτυράει: η προσωπογραφία ενός μάρτυρα της ιστορίας της ορθόδοξης Κύπρου εντάσσεται μέσα σε ένα πλαίσιο που συνοδεύει προσωπογραφίες και άλλων προσωπικοτήτων του «Ελληνικού Πανθέου». Παραγγελία ενός κυπριακού ομίλου, τυπώνεται στην Κέρκυρα από το λιθογραφείο “Ασπιώτης”.
Η Ελλάδα υπό οθωμανική κυριαρχία δεν γνωρίζει τη χαρακτική, αν και στον 18ον αιώνα κυκλοφορούν, όπως σε όλη την Ευρώπη, θρησκευτικές έντυπες εικόνες ως προσκυνητάρια, και υπάρχουν λίγα χαρακτικά με κοσμικά θέματα στα Ιόνια νησιά, υπό την πολιτισμική επιρροή της Ιταλίας. Τον 19ον αιώνα, χαράκτες-τεχνίτες χαράσσουν το όρθιο ξύλο για να αντιγράψουν σχέδια από ξένους καλλιτέχνες για την εικονογράφηση βιβλίων και περιοδικών. Η έντεχνη χαρακτική εμφανίζεται στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, όταν Έλληνες ζωγράφοι αρχίζουν να σπουδάζουν στη Δυτική Ευρώπη, συχνά στο Παρίσι, όπου μαθαίνουν τη χαρακτική. Τυπώνονται οι πρώτες ξυλογραφίες, και μετά το 1900, οι πρώτες χαλκογραφίες. Μετά το 1930, ο Γιάννης Κεφαλληνός γίνεται ο πρώτος κάτοχος της έδρας χαρακτικής στην Ανώτατη Σχολή Τεχνών Αθηνών, και ανοίγει ένα εργαστήρι όπου μορφώνεται η πρώτη γενιά των χαρακτών της ελληνικής σχολής, με χαράκτες από την Ελλάδα και την Κύπρο: μεταξύ άλλων τους Α. Τάσσο, Βάσω Κατράκη, Τηλέμαχο Κάνθο, των οποίων έργα βρίσκονται στη συλλογή μας.
Γενικότερα, η εμπειρία της δικτατορίας του Μεταξά, του εμφυλίου πολέμου και της χούντας, αντηχεί στα έργα αρκετών χαρακτών, των οποίων τα ιδανικά καταπατούνται. Ξυλογραφίες και σε πλάγιο και σε όρθιο ξύλο, λινογραφίες, λιθογραφίες, φιλοτεχνημένες από χαράκτες, οι οποίοι είχαν αποκτήσει μια ευρεία πείρα στην χαρακτική στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, μαρτυρούν την ποικιλία τόσο των τεχνικών όσο και της προσωπικής γλώσσας των Ελλήνων χαρακτών. Καταξιωμένοι ζωγράφοι και γλύπτες στρέφονται επίσης προς τη χαρακτική, συμπληρώνοντας τους πειραματισμούς τους με τη χρήση διαφόρων – συχνά συνδυασμένων στα έργα τους – τεχνικών της χαλκογραφίας-βαθυτυπίας.
Οι γενιές νεότερων χαρακτών συνεχίζουν την πλούσια παράδοση, ακολουθώντας τις τάσεις της ευρωπαϊκης χαρακτικής, δημιουργώντας με ελεύθερη έμπνευση έργα διαφόρων και μικτών τεχνικών.

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ

Σχεδόν άγνωστη είναι η χαρακτική στην Κύπρο σε όλη τη διάρκεια της ξένης κυριαρχίας της, δηλαδή από τον 12ον αιώνα. Ενώ ξένα χαρακτικά, πρώτα θρησκευτικά και χαρτογραφικά (κατά τον 15ον έως τον 17ον αιώνα), μεταγενέστερα με αρχαιολογικό, λαογραφικό και ιστορικό περιεχόμενο (17ον – 19ον αιώνες) φιλοτεχνούνται για την Κύπρο, και χαραγμένες ξύλινες μήτρες τυπώνονται παραδοσιακά στο ψωμί (“τυπάρκα”) και στο ύφασμα, για τα σταμπωτά μαντήλια, όμως δεν υπάρχουν χαράκτες, με την καλλιτεχνική έννοια του όρου.
Στην εποχή του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, ο Τηλέμαχος Κάνθος, μετά από τις σπουδές του στην Αθήνα, όπου μαθαίνει χαρακτική στο εργαστήρι του Γ. Κεφαλληνού, αρχίζει να χαράσσει, κυρίως το ξύλο, τυπώνοντας με το χέρι. Τόσο αυτοδίδακτοι όσο και σπουδασμένοι καλλιτέχνες τις ίδιας γενιάς με τον Κάνθο και της επόμενης πειραματίζονται με διάφορες τεχνικές της χαρακτικής, ιδίως την ξυλογραφία και τη λινογραφία. Τη δεκαετία του 70, δύο σημαντικοί ζωγράφοι, σπουδασμένοι και οι δύο στο Λονδίνο και “επαναστάτες” καλλιτέχνες στην Κύπρο, ο Στέλιος Βότσης και ο Στας Παράσκος, ασχολούνται περιστασιακά με τη μεταξοτυπία, η οποία τους επιτρέπει να χρησιμοποιήσουν τη ζωγραφική τους γλώσσα στην τέχνη της χαρακτικής. Από τότε, άλλοι καλλιτέχνες, με γνώσεις φερμένες μέσα από τις καλλιτεχνικές τους εμπειρίες στο εξωτερικό, δημιουργούν – μεταξύ άλλων έργων τέχνης – χαρακτικά διαφόρων τεχνικών.
Νέος αυτοδίδακτος ζωγράφος και χαράκτης, ο Χαμπής συναντιέται με τον Α. Τάσσο, ο οποίος του χαρίζει τα πρώτα του μαθήματα χαρακτικής. Μετά τις σπουδές του στη Μόσχα, αφιερώνει όλη την καλλιτεχνική του ζωή στη χαρακτική, δημιουργώντας ξυλογραφίες, λιθογραφίες, οξυγραφίες αλλά προπάντων λινογραφίες και μεταξοτυπίες. Οι σύγχρονοι Κύπριοι καλλιτέχνες – ζωγράφοι, γλύπτες, κ.ά, αποκλειστικά χαράκτες – υιοθετούν όλες τις τεχνικές και μεθόδους της χαρακτικής στο χαραγμένο τους έργο. Οι νέοι ιδιαίτερα, πειραματίζονται, συνδυάζουν τεχνικές, δημιουργώντας και τρισδιάστατα χαρακτικά και χαρακτικά-αντικείμενα. Η συλλογή του Μουσείου Χαρακτικής Χαμπή παρουσιάζει φυσικά και έργα Τουρκοκυπρίων χαρακτών, οι οποίοι, ως σύγχρονοι καλλιτέχνες, χαρακτηρίζονται από τις ίδιες τάσεις.

ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ

Τα πρώτα χαρακτικά στην Ιαπωνία τυπώνονται τον 13ον αιώνα. Κατά τη διάρκεια του 13ου έως τον 16ου αιώνα, οι ξυλογραφίες – πάντα με θρησκευτικό θέμα – κυκλοφορούν στους ναούς και τα μοναστήρια. Κυκλοφορούν επίσης εικονογραφημένα κείμενα και φυλαχτά (o-fuda) για τους προσκυνητές. Στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν η Ιαπωνία μπαίνει στην περίοδο Edo, η παραγωγή χαρακτικών αλλάζει ριζικά. Οι καλλιτέχνες απεικονίζουν το “ukiyo”, δηλαδή τον “επιπλέοντα κόσμο”. Η λέξη είναι φορτωμένη με τη βουδιστική έννοια ενός κόσμου χωρίς μονιμότητα, και οι εικόνες καθρεφτίζουν την άστατη ζωή όπως εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, την εφημερότητα της, τη φευγαλεότητα της. Χωρίς όμως θρησκευτικό περιεχόμενο. Από τα πρώτα έργα Ukiyo-e (“e” σημαίνει “εικόνα”) του 17ου αιώνα, οι καλλιτέχνες παριστάνουν την πυρετώδη ζωή μιας κοινωνίας που αλλάζει και τείνει προς την απόλαυση της καθημερινής ζωής. Αυτή η έννοια διασχίζει τους αιώνες και τα Ukiyo-e, αν και τα θέματα εξελίσσονται με την ιστορία, την κοινωνία και τις ασχολίες της. Η ξυλογραφία, με την ειδική τεχνική “Mokuhanga” παίζει τότε τον ρόλο της τεχνικής η οποία επιτρέπει τη φτηνή αναπαραγωγή και διάδοση των έργων των καλλιτεχνών. Σταθερή μένει επίσης η τεχνική, μέχρι και σήμερα. Μονόχρωμες στην αρχή, οι ξυλογραφίες γίνονται έγχρωμες με την τελειοποίηση της τεχνικής από τον Suzuki Harunobu γύρω στο 1760, εκτός από την εικονογράφηση των απλών εκδόσεων βιβλίων. Ποικίλα τα θέματα των Ukiyo-e. Τα αρχικά θέματα είναι παραστάσεις από την αστική ζωή: σκηνές διασκέδασης, αθλητές του sumo, φημισμένοι ηθοποιοί του παραδοσιακού θεάτρου Kabuki, τα θεάματα στους δρόμους, οι όμορφες κομψοντυμένες ιερόδουλες των “πράσινων σπιτιών” (οίκων ανοχής) της φημισμένης γειτονιάς Yoshiwara στο Edo (παλιά ονομασία του Τόκυο). Τα bijinga (ζωγραφιές όμορφων γυναικών) διανύουν τους αιώνες, μέχρι και τον 20ο αιώνα. Το ίδιο παρατηρείται για τα shunga (σεξουαλικές σκηνές) παρά την παρουσία της λογοκρισίας. Στον 18ο αιώνα το φάσμα των θεμάτων διευρύνεται με πιο εξελιγμένες σκηνές που χαρακτηρίζουν μια κοινωνία της αναψυχής, με σκηνές της καθημερινής ζωής και διασκέδασης. Με τη εφαρμογή της δυτικής προοπτικής, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, αρκετοί καλλιτέχνες, πέρα από θέματα που τότε άρεσαν – τη χλωρίδα και την πανίδα – φιλοτεχνούν τοπία, και αναπτύσσεται η απόδοση της καθημερινής ζωής, με στιγμιότυπα της ζωής στο σπίτι και στον δρόμο. Στο τέλος του 19ου αιώνα, με παραδοσιακά κιόλας θέματα, τα Ukiyo-e δείχνουν επίσης τη διείσδυση δυτικών στοιχείων στις παραστάσεις και επιρροή των καλλιτεχνικών ρευμάτων της Δύσης στην τεχνοτροπία των καλλιτεχνών. Με τους Hokusai και Hiroshige, γύρω στο 1830, τα meisho-e (εικόνες διάσημων τόπων) φτάνουν σε έναν βαθμό απαράμιλλης ποιότητας. Λίγα και πολύτιμα, είναι τα αντίτυπα της πρώτης έκδοσης, προστατευμένα στις συλλογές των μουσείων και συλλεκτών, σπάνια εκτεθειμένα. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο φιλοτεχνούνται οι ξυλογραφίες – ζωγράφος που δίνει το σχέδιο με την πένα στο εργαστήρι χαρακτικής, χαράκτες-τεχνίτες, συχνά ανώνυμοι, και τυπογράφοι οι οποίοι αναλαμβάνουν την εκτύπωση των πλακών – καθώς και το μεγάλο ενδιαφέρον τόσο των Ιαπώνων όσο και των Δυτικών για τα Ukiyo-e, προκαλούν από το 19ον αιώνα την “αυθεντική” αναπαραγωγή των ξυλογραφιών: το έργο ξανασχεδιάζεται πιστά, συνήθως με τις ίδιες διαστάσεις, οι πλάκες ξαναχαράσσονται πανομοιότυπα, και τυπώνονται με την ίδια τεχνική και τα ίδια χρώματα.

Σύγχρονοι νέοι χαράκτες της Ιαπωνίας ενσαρκώνουν τις τάσεις και τους προβληματισμούς των χαρακτών όλου του κόσμου. Αν και όλοι ξεχωρίζουν λόγω της εξαιρετικής τους τεχνικής, μερικοί ακολουθούν πιστά τα μονοπάτια της ντόπιας τεχνικής Mokuhanga, άλλο πειραματίζονται με δυτικές παραδοσιακές και σύγχρονες τεχνικές, με συνδυασμούς τεχνικών. Παραστατικά ή αφηρημένα, τα χαρακτικά τους απελευθερώνονται από τυπικά θέματα για να εκφράσουν με την προσωπική γλώσσα του δημιουργού τους τον εξωτερικό ή εσωτερικό κόσμο τους. 

ΡΩΣΙΚΗ ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ

Με το πέρασμα των αιώνων, η χαρακτική στη Ρωσία εξελίσσεται παράλληλα με την ευρωπαϊκή, με μεγάλη επιρροή των πολιτικών καθεστώτων και ειδικά χαρακτηριστικά. Οι ξυλογραφίες κυρίως διακοσμούν θρησκευτικά βιβλία από τον 16ον αιώνα, ενώ την ίδια ανάπτυξη με τη λαϊκή χαρακτική της υπόλοιπης Ευρώπη γνωρίζει το Lubok, με θέματα από τη θρησκεία, την κοινωνία και τη λογοτεχνία-λαογραφία. Ακολουθεί την εξέλιξη των τεχνικών, από την ξυλογραφία μέχρι και τη λιθογραφία τον 19ον αιώνα. Η χαλκογραφία εμφανίζεται την εποχή του Πέτρου του Μεγάλου, ο οποίος στις αρχές του 18ου αιώνα προσκαλεί στην Αγία Πετρούπολη δυτικούς καλλιτέχνες. Η χαλκογραφία εξυπηρετεί τους σκοπούς του, με σκηνές μαχών, και ιδιαίτερα με προσωπογραφίες. Με τους τσάρους οι οποίοι τον διαδέχονται, αυλικές σκηνές, προσωπογραφίες, όψεις παλατιών, μεγαλειωδών κτιρίων, πολλαπλασιάζονται. Ο διαφωτισμός συμβάλλει στην εκτύπωση εικονογραφημένων βιβλίων, τουλάχιστον στον τομέα των επιστημών. Τον 19ον αιώνα παρακμάζει η χαλκογραφία με καλέμι, εκτός από την εικονογράφηση βιβλίων με σκηνές χαραγμένες στο ατσάλι. Αντίθετα, η λιθογραφία υιοθετείται τόσο για τοπία, προσωπογραφίες, όσο και αναπαραγωγές έργων Ρώσων καλλιτεχνών. Δεν λείπουν ούτε γελοιογραφίες, ούτε επιστημονικές απεικονίσεις αρχαιοτήτων. Ακολουθώντας το παράδειγμα της Δυτικής Ευρώπης, η οξυγραφία ξαναζωντανεύει στο τέλος του 19ου αιώνα με χαράκτες-δημιουργούς, οι οποίοι τη συνδυάζουν με άλλες μεθόδους της χαλκογραφίας.

Στην περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης, η χαρακτική έχει τη δική της θέση. Εκτός από τα μνημειακά έργα του σοβιετικού ρεαλισμού – γλυπτά και ζωγραφιές, και η λιθογραφία αποτελεί ένα αποτελεσματικό φορέα για τη διάδοση της ιδεολογίας. Όμως η μικρών διαστάσεων χαρακτική, γνωστή στην Ευρώπη χάρη σε αρκετές εκθέσεις, ακολουθεί τον δικό της δρόμο: από τη μια, τα φτηνά υλικά – ξύλο και λινόλεουμ – δεσπόζουν στη χαρακτική, η οποία αποκτά μια εξαιρετική ποιότητα. Λινογραφία και ξυλογραφία συνδυάζονται συχνά για τη δημιουργία έργων με εξαιρετικές τονικές διαβαθμίσεις. Από την άλλη, οι χαράκτες, σπουδασμένοι πριν ή μετά την επανάσταση, δημιουργούν ελεύθερα: Κάποιοι χαράσσουν σκηνές και τοπία που δοξάζουν το καθεστώς, άλλοι συνεχίζουν την παράδοση της ρωπογραφίας (αναπαράσταση σκηνών της καθημερινότητας) και προπάντων εξυμνούν την ομορφιά των τοπίων, τόσο στη φύση όσο και στα κτήρια και στις πόλεις τους.

Η ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο, η οποία προτιμάται για την εικονογράφηση λογοτεχνικών βιβλίων φτάνει σε υψηλότατο βαθμό εκφραστικότητας και δεξιότητας. Σπουδασμένοι στη Σοβιετική Ένωση ή στη μεταγενέστερη Ρωσική Ομοσπονδία, οι σύγχρονοι χαράκτες συμβαδίζουν με τους προβληματισμούς και πειραματισμούς των χαρακτών του υπόλοιπου κόσμου.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ

Η χαρακτική στη Λατινική Αμερική φαίνεται στενά συνδεδεμένη με την πολύ ταραγμένη ιστορία της. Μέχρι τον 19ον αιώνα, η χαρακτική είναι μια τέχνη αποκλειστικά εισαγόμενη από την Ευρώπη, φτωχική, αν και στα τελευταία χρόνια της αποικιακής κυριαρχίας η λιθογραφία εξαπλώνεται. Με τους απελευθερωτικούς αγώνες, τις μάχες για τη δημοκρατία και τα πρώτα στρατευμένα κινήματα για την ισότητα των ιθαγενών και των εποίκων, η χαρακτική, με φτωχικά μέσα, συστρατεύεται συχνά με τον αγώνα για ένα πιο δίκαιο καθεστώς. Στον 20ον αιώνα, παράλληλα με έργα επηρεασμένα από τα αισθητικά κινήματα των Ηνωμένων Πολιτειών, ένα σημαντικό, αυθεντικά ντόπιο, ρεαλιστικό ρεύμα, στρατευμένων καλλιτεχνών, οι οποίοι εκφράζονται και μέσα από τη χαρακτική, υπηρετεί τα πολιτικά ιδανικά για τα οποία αγωνίζονται.
Η σημαντική μεξικάνικη σχολή, μετά από τον Jose Posada, παραμένει λαϊκή στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, με τους κορυφαίους Leopoldo Mendez, με ξυλογραφίες, λινογραφίες και λιθογραφίες, και Adolfo Mexiac, με ξυλογραφίες και λινογραφίες. Οι δύο στρατευμένοι καλλιτέχνες, με ρεαλισμό, υπηρετούν τον λαό. Η σύγχρονη χαρακτική χαρακτηρίζεται από τη διπλή παραδοσιακή λαϊκή τάση προς τον εξπρεσιονισμό και τον σουρεαλισμό, ενώ τα θέματα αντλούνται από την ταραγμένη ιστορία του τόπου, την καταπίεση των ιθαγενών, τους επανειλημμένους αγώνες για την εξασφάλιση της ελευθερίας, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια χαρακτική η οποία κατ’ εξοχήν προβληματίζεται και πειραματίζεται, και στα θέματα και στις τεχνικές της, με τη χρήση της ειρωνείας, του συμβόλου και της φαντασίας.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εξέλιξη της χαρακτικής είναι εντυπωσιακή. Προπαντός εμπορική – εικονογράφηση περιοδικών, αναπαραγωγή ζωγραφιών οι οποίες εξυμνούν την ιστορία του νέου κράτους – στον 19ον αιώνα, με ξυλογραφίες σε όρθιο ξύλο, χαλκογραφίες και λιθογραφίες, αποκτά προς το τέλος του αιώνα καλλιτεχνική υπόσταση, με τοπία, λιθογραφημένα ή οξυγραφημένα με ιμπρεσιονιστική τάση. Από τον 20ον αιώνα, και ειδικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, οι ΗΠΑ αποτελούν ένα χωνευτήρι αυθεντικής δημιουργίας, με αμέτρητους χαράκτες οι οποίοι πειραματίζονται στις τεχνικές πρώτα της λιθογραφίας και της χαλκογραφίας, και ύστερα της μεταξοτυπίας – με τους καλλιτέχνες της Pop Art – και της ψηφιακής τέχνης.

ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ

Η έννοια του “βιβλίου καλλιτέχνη”, μιας έκφρασης η οποία εμφανίστηκε στο τέλος του 19ου αιώνα στην Αγγλία (artist’s book), αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου και τη χώρα (βασικά, Αγγλία, Γαλλία και μετά το 1960 ΗΠΑ). Αν περιοριστούμε στο χαρακτικό βιβλίο καλλιτέχνη, μπορούμε να φτάσουμε σε έναν ορισμό ο οποίος περιλαμβάνει διάφορα κριτήρια. Τα πρώτα τέσσερα είναι απαραίτητα, τα άλλα συμβάλλουν στην ποιότητα του έργου. Τα χαρακτικά πρέπει να είναι αυθεντικά, τυπωμένα από την πλάκα. Αυτό το κριτήριο έχει σαν συνέπεια το επόμενο, ένα περιορισμένο τιράζ (μοναδικό αντίτυπο μέχρι και αντίτυπα λιγότερα από τα πεντακόσια, συχνά αριθμημένα, υπογεγραμμένα από τον χαράκτη). Πρέπει επίσης το έργο να είναι βιβλίο, δηλαδή σελίδες οι οποίες αποτελούν μια ενότητα, με ή χωρίς κείμενο. Αν υπάρχει κείμενο, είναι απαραίτητος ο διάλογος μεταξύ του συγγραφέα και του καλλιτέχνη (εικονικός διάλογος, όταν ο χαράκτης ερμηνεύει το κείμενο ενός “απόντος” συγγραφέα, πραγματικός όταν συνεργάζονται, αυτοδιάλογος όταν συγγραφέας και χαράκτης είναι το ίδιο πρόσωπο). Το κορυφαίο βιβλίο καλλιτέχνη είναι αυτό που επινοεί, γράφει (κείμενο χαραγμένο ή παραδοσιακά στοιχειοθετημένο), εικονογραφεί, σελιδοποιεί, τυπώνει και εκδίδει ο καλλιτέχνης. Μπορούν να προστεθούν και άλλα κριτήρια, τα οποία αυξάνουν την αξία του έργου: η υψηλή ποιότητα του χαρτιού και ο αριθμός των αντιτύπων.

ΕΙΚΟΝΟ-ΓΡΑΦΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Στον 15ον αιώνα, τα πρώτα εικονογραφημένα βιβλία – τα ξυλογραφικά βιβλία – αποτελούν υπόδειγμα της στενότερης και τελειότερης ένωσης του κειμένου και της εικόνας, χαραγμένων στο ίδιο πλάγιο ξύλο. Από τα τέλη του 15oυ αιώνα, σχεδόν όλα τα εικονογραφημένα βιβλία, ξεκινώντας από τα αρχέτυπα, τυπώνονται με συνδυασμό τυπογραφίας και χαρακτικής. Ξυλογραφίες κυρίως, ενταγμένες στην τυπογραφική φόρμα, αλλά και χαλκογραφίες εκτός κειμένου. Οι δύο κλάδοι εξελίσσονται παράλληλα, με νέες τεχνικές, νέα επιτεύγματα. Οι εικόνες “περιγράφουν” ή συνοδεύουν διηγήματα, ποιήματα, μυθιστορήματα, ή ενισχύουν τα πληροφοριακά κυρίως επιστημονικά, κείμενα. Η εικόνα στα βιβλία θεωρείται ως αυθεντικό χαρακτικό όταν παράγεται από την χαραγμένη μήτρα, όπως γίνεται μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα. Στις αρχές του 19ου αιώνα, η στερεοτυπία, μέσο αναπαραγωγής μιας φόρμας με κείμενο και μήτρα χαρακτικής, τελειοποιείται και χρησιμοποιείται για τις εκδόσεις, οι οποίες γίνονται ολο και πιο μαζικές. Τότε το αυθεντικό χαρακτικό αρχίζει να εξαφανίζεται από τα βιβλία. Μεταγενέστερα τα μέσα αναπαραγωγής της εικόνας πολλαπλασιάζονται, μέχρι και την ψηφιακή εκτύπωση. Εικονογραφημένο βιβλίο και χαρακτική πήραν χωριστούς δρόμους. Τα λίγα βιβλία εικονογραφημένα με αυθεντικά χαρακτικά γίνονται αντικείμενα για συλλέκτες.